Πυκνώνουν τα παράπονα των πελατών με τις τράπεζες

Αναρτήθηκε από Administrator | Αρχειοθετείται:
Κλεινουν την κάνουλα της ρευστότητας και διαιωνίζουν την αδυναμία αποπληρωμής

Της Ευγενιας Τζωρτζη

Εκρηξη ακάλυπτων επιταγών σε επίπεδα ρεκόρ, εκτίναξη των παραπόνων από επιχειρήσεις και νοικοκυριά παρά τη δραματική μείωση των νέων χορηγήσεων, επιχείρηση καταστρατήγησης υφιστάμενων συμβάσεων και προσπάθεια επιβολής πρόσθετων επιβαρύνσεων, συνθέτουν το σκηνικό, το οποίο βιώνουν καθημερινά επιχειρήσεις και νοικοκυριά, που εγκλωβίζονται στις συμπληγάδες της ύφεσης.Το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο της αμφισβήτησης και δέχεται τα βέλη της κριτικής τόσο από την κοινωνία όσο και από την πολιτική, καθώς εμφανίζεται να κλείνει την κάνουλα της ρευστότητας στην οικονομία, διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο της αδυναμίας αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων και της μείωσης της κατανάλωσης.

Τα παράπονα που καταφθάνουν καθημερινά στα γραφεία του Τραπεζικού Μεσολαβητή, της Γενικής Γραμματείας Καναλωτή, τον Συνήγορο του Καταναλωτή και εντέλει και στα δημοσιογραφικά γραφεία, είναι εκατοντάδες. Ακόμα και αν ορισμένες περιπτώσεις επιδέχονται περαιτέρω συζήτηση και για το κατά πόσο υπηρετείται ο στόχος της υπεύθυνης δανειοδότησης και της αυστηρής πιστοληπτικής αξιολόγησης, το σίγουρο είναι ότι το τραπεζικό σύστημα δείχνει για άλλη μια φορά να καταφεύγει στην άμυνα και την εσωστρέφεια. Αν και σε περιόδους ύφεσης, η αξιοπιστία και η καλή σχέση με τους πελάτες θα έπρεπε να διαφυλάσσεται σαν κόρη οφθαλμού, οι φωνές αγωνίας που διατυπώνονται από επιχειρηματίες, επιβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες χάνουν το παιχνίδι όχι σε επικοινωνιακό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο ουσίας.

Πώς αλλιώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι η τράπεζα με το μεγαλύτερο μερίδιο στα επιχειρηματικά δάνεια έφθανε το 35%, συμμετέχει στις επιδοτήσεις μέσω ΤΕΜΠΜΕ με μερίδιο κάτω από 10%, ενώ κάποιες άλλες «ξεφορτώνουν» στην κυριολεξία τα κακά δάνεια, που έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους, στο Ταμείο Εγγειοδοσίας.

Ακόμη και οι λιγοστές δανειοδοτήσεις, που δίνονται στην κυριολεξία με το σταγονόμετρο, θα πρέπει να συνοδεύονται σύμφωνα με την πρακτική της ίδιας τράπεζας, με καταθέσεις από την πλευρά του πελάτη, ενώ στην περίπτωση των δανείων μέσω ΤΕΜΠΜΕ, οι τράπεζες εμφανίζονται να επιμένουν και να αξιώνουν εγγυήσεις για τα δάνεια που χορηγούν.

Σε περιβάλλον κρίσης, οι τράπεζες έχουν γίνει πιο συντηρητικές. Η εμπειρία που καταθέτει επώνυμα επιχειρηματίας μεσαίας επιχείρησης, με τζίρο 4 εκατ. ευρώ το 2008, ο οποίος ενημερώθηκε ότι η τράπεζα είχε αλλάξει μονομερώς τους όρους της σύμβασης που είχε υπογράψει, όταν αποφάσισε να κάνει χρήση της πιστωτικής γραμμής και χωρίς ποτέ να ενημερωθεί γι' αυτό, δεν συνιστά προσεκτική πιστωτική πολιτική, αλλά αντίθετα κακή πρακτική.

Καθημερινή πρακτική έχει γίνει επίσης η μείωση του ποσοστού προεξόφλησης επιταγών από τις τράπεζες, που έφθανε άλλοτε το 80% ή ακόμα και το 90% και το οποίο σήμερα περιορίζεται στο 60% έως 70%, δημιουργώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στις συναλλακτικές συνήθειες. Υπό διευρεύνηση είναι επίσης η προσπάθεια συγκεκριμένης τράπεζας να αλλάξει τα κριτήρια με βάση τα οποία διαμορφώνει το τελικό επιτόκιο στα στεγαστικά της δάνεια, εισάγοντας ως επιτόκιο αναφοράς το Στεγαστικό Βασικό Επιτόκιο Χορηγήσεων, αντί του euribor, που ίσχυε μέχρι σήμερα.

Η κίνηση επιστροφής στα βασικά επιτόκια στη στεγαστική πίστη, που κυριαρχούσαν αρκετά χρόνια πριν, αποδίδεται στην προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η συζήτηση από τη διεύρυνση των spreads, το ύψος των οποίων εκτινάχθηκε στις 3,5 μονάδες. Τα νέα επιτόκια ενσωματώνουν το κόστος χρήματος στη διατραπεζική, μέσω του euribor, σε συνδυασμό και με το κόστος της τράπεζας για την άντληση χρήματος, π.χ. από τις προθεσμιακές καταθέσεις, το κόστος έκδοσης ομολόγων.

Ετσι το βασικό επιτόκιο διαμορφώνεται στο 3,75% (όταν το euribor 3μήνου έχει υποχωρήσει στο 1,9%), ενώ το spread, που σε αυτή την περίπτωση αποτυπώνει την πιστοδοτική ικανότητα του πελάτη και είναι μειωμένο στο 1,5%, προβάλλεται ως το δέλαρ για την ελκυστικότητα της τιμολόγησης, που μένει όμως να διαπιστωθεί. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν η πρόσφατη προσπάθεια συγκεκριμένης τράπεζας να αλλάξει τις υφιστάμενες συμβάσεις των στεγαστικών δανείων, αντικαθιστώντας το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με το euribor, προσπάθεια που τελικώς προσέκρουσε στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Η αλλαγή του τρόπου τιμολόγησης, με την καθιέρωση των βασικών επιτοκίων ως επίπεδο αναφοράς αντί του euribor, δεν περιορίζεται μόνο στα στεγαστικά δάνεια. Επεκτείνεται και στα επιχειρηματικά δάνεια, στα οποία πρόσφατα συγκεκριμένη τράπεζα εισήγαγε τον δείκτη i traxx. Πρόκειται για τον δείκτη που αποτυπώνει το κόστος χρήματος για τους 25 μεγαλύτερους τραπεζικούς και ασφαλιστικούς οργανισμούς της Ευρώπης, με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα ο δείκτης i-traxx έχει εκτιναχθεί στις 176 μονάδες (έναντι μόλις 10 μονάδων, που ήταν πριν από την κρίση), αποτυπώνοντας την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και τη γενικευμένη αβεβαιότητα, που τελικώς μετακυλίεται στον επιχειρηματικό κόσμο.

Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν και από το γεγονός ότι την ώρα που στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια έχουν υποχωρήσει στο μισό, τα παράπονα που καταφθάνουν στον τραπεζικό μεσολαβητή έχουν αυξηθεί κατά 25%, ενώ τα τηλέφωνα έχουν πολλαπλασιαστεί και από 30, που ήταν ο μέσος όρος το 2008, αριθμούν σήμερα τα 70 καθημερινά. Ακόμα και αν κάποιος επιχειρηματολογήσει υπέρ της δικαιολογημένης αύξησης των ερωτημάτων ή των καταγγελιών που γίνονται τηλεφωνικώς, το γεγονός ότι τα γραπτά παράπονα που επιλύθηκαν κατά το 2008 ήταν σε ποσοστό που προσεγγίζει το 70% υπέρ των δανειοληπτών, επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για τη γκρίνια, που φέρνει η... φτώχεια.

Πηγή: news.kathimerini.gr

Αξιολογήθηκε με 4.0 από 1 αναγνώστες

  • Currently 4/5 Stars.
  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5